Υγρασία στη κυψέλη, Ένας θανάσιμος κίνδυνος για τα μελίσσια μας!

 

 

 
 
Όπως έχουμε γράψει πολλές φορές, η υγρασία μέσα στην κυψέλη αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους των μελισσιών μας. Παρά το γεγονός πως η υγρασία είναι απαραίτητη για το μελίσσι και συγκεκριμένα για το γόνο του, όταν η τιμή της ξεπεράσει κάποια όρια, τότε αρχίζει και γίνεται επικίνδυνη για τις μέλισσες, όχι με άμεσο, αλλά με έμμεσο και ύπουλο τρόπο.
Πράγματι, αυτή η ίδια η υγρασία δεν μπορεί να βλάψει ιδιαίτερα τις μέλισσες, εκτός και αν συνδυαστεί με χαμηλές θερμοκρασίες, μπορεί όμως να ευνοήσει πολύ την ανάπτυξη κάποιων θανάσιμων εχθρών τους – εννοούμε κυρίως τη νέα Νοζεμίαση (Ν. Ceranae), που ιδιαίτερα φέτος θερίζει τα μελίσσια μας!

Κάποιοι θα μπορούσαν να αναρωτηθούν: Μα καλά, αφού η αύξηση της σχετικής υγρασίας μέσα στην φωλιά, κρύβει τόσους κινδύνους για τις μέλισσες, πως αυτές δεν έχουν αναπτύξει μέχρι σήμερα κάποιους μηχανισμούς ρύθμισης της? Το ερώτημα αυτό ακούγεται πολύ λογικό και θα ήταν εύλογο κάποιοι συνάδελφοι μελισσοκόμοι να το σκεφτούν και να θέλουν να το διατυπώσουν, αν λάβουμε υπ όψη μας ότι οι μέλισσες, εκτός όλων των άλλων θαυμαστών που έχουν πετύχει, έχουν καταφέρει και να ελέγχουν τη  θερμοκρασία της φωλιάς τους!

Η απάντηση είναι το ίδιο λογική με το υποθετικό αυτό ερώτημα: Οι μέλισσες δεν έχουν καταφέρει – ακόμα – να ρυθμίζουν τη σχετική υγρασία της φωλιάς τους, για τον απλό λόγο πως μέχρι «πρότινος» ζούσαν κυρίως μέσα σε κουφάλες δένδρων, «ελεύθερες» και μακριά από τις «ανέσεις» που τους προσφέρουμε εμείς οι άνθρωποι! Στις κουφάλες αυτές, τα εσωτερικά τοιχώματα, αποτελούνται κυρίως από γερασμένα, σαθρά και σάπια τμήματα των κορμών των δένδρων, που έχουν την ιδιότητα να απορροφούν την υγρασία έως και 100%.

Την υγρασία αυτή στην συνέχεια την απορροφούν τα εσωτερικά υγιή τμήματα των κορμών, απαλλάσσοντας με αυτό τον φυσικό τρόπο τις μελισσοφωλιές από κάθε περιττή υγρασία! Δηλαδή, όλο αυτό το σύστημα δούλευε – και δουλεύει - σαν ένας φυσικός κλιματισμός, παρέχοντας στα μελίσσια προστασία και από τις καιρικές συνθήκες και από την υπερβολική υγρασία.

Ατυχώς, αλλά σήμερα τα υλικά με τα οποία κατασκευάζουμε τις κυψέλες των μελισσιών μας δεν είναι πάντα τα πιο κατάλληλα, ενώ μερικά από αυτά δεν έχουν καμιά απολύτως δυνατότητα απορρόφησης της υγρασίας. Το μειονέκτημα αυτό μπορούμε να το ξεπεράσουμε με τον «αποτελεσματικό» αερισμό του αέρα της κυψέλης, κάτι όμως που έχει σαν αποτέλεσμα μεγαλύτερη κατανάλωση τροφών από το μελίσσι, που με τη σειρά του όμως  δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη υγρασία....

Πριν όμως να συνεχίσουμε  στην καθαρά  μελισσοκομική διάσταση του θέματος, θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε δυο πράγματα για το τι ακριβώς εννοούμε όταν αναφερόμαστε στην υγρασία και πως αυτή μετριέται!

Όταν μιλάμε για την υγρασία του αέρα, αναφερόμαστε στους υδρατμούς που περιέχονται στη μάζα του και διακρίνεται σε «απόλυτη» και σε «σχετική».
Από την άλλη μεριά, η ικανότητα του αέρα να συγκρατεί μικρή ή μεγάλη ποσότητα υδρατμών είναι ανάλογη με τη θερμοκρασία του. Σε κάθε συγκεκριμένη θερμοκρασία, η ποσότητα των υδρατμών που έχει ικανότητα να συγκρατήσει ο αέρας, έχει μια μέγιστη τιμή και όσο αυξάνει η θερμοκρασία του, τόσο αυξάνει και αυτή του η ικανότητα.

Ο αέρας που περικλείει τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα υδρατμών που μπορεί να «αντέξει», λέμε ότι είναι «κορεσμένος» - από υγρασία. Όταν, λόγω πτώσης της θερμοκρασίας του αέρα, αυτός αποβάλει υγρασία - δηλαδή υδρατμούς  - τότε αυτοί εμφανίζονται σαν σταγόνες σε υγρή κατάσταση και το φαινόμενο αυτό ονομάζεται συμπύκνωση.
Να αναφέρουμε ακόμα πως «απόλυτη υγρασία» ονομάζουμε τη μάζα των υδρατμών που περιέχεται στον όγκο του αέρα και μετριέται σε gr/m3. Με τον όρο αυτό δηλαδή, εννοούμε την πυκνότητα που έχει ο αέρας σε υδρατμούς.

Από την άλλη μεριά, «σχετική υγρασία» ονομάζουμε το λόγο της ποσότητας των υδρατμών που περιέχει ο αέρας, προς εκείνη τη ποσότητα των υδρατμών που αυτός μπορεί να «φυλακίσει», μέχρι να φτάσει στο σημείο του κορεσμού του – που όπως προαναφέραμε αυξάνει, όσο αυξάνει και η θερμοκρασία του.

Η σχετική υγρασία μετριέται επί της %, αφού στην πραγματικότητα είναι ένα κλάσμα.
Όταν ο αέρας είναι κορεσμένος, έχει σχετική υγρασία 100% - αυτό συμβαίνει όταν έχουμε ομίχλη – και όταν είναι ξηρός έχει σχετική υγρασία 0%.
Μετά από την απαραίτητα αυτή παρένθεση, ας ξαναγυρίσουμε στην μελισσοκομική προσέγγιση αυτού του θέματος.

Μέσα στο χώρο της κυψέλης, όπου η θερμοκρασία συνήθως είναι μεγαλύτερη από αυτή του περιβάλλοντος, δημιουργούνται συνθήκες υψηλής σχετικής υγρασίας. Το φαινόμενο αυτό «επιβαρύνεται» ακόμα περισσότερο και από δυο ακόμα παράγοντες. Ο ένας έχει να κάνει με την παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα από τις μέλισσες - ιδιαίτερα όταν στρεσάρονται - αλλά και από την αποβολή υγρασίας από το «υδρόφίλο» μέλι, όταν υπάρχουν ασφράγιστα κελιά.
Έτσι λοιπόν, όταν ο ζεστός αέρας της κυψέλης, που με όσα είπαμε πιο πάνω έχει αυξημένη τιμή σχετικής υγρασίας, έρθει σε επαφή με τα τοιχώματα της κυψέλης που σε κάθε περίπτωση έχουν χαμηλότερη θερμοκρασία, υπάρχουν δύο πιθανότητες.

Η μια είναι τα τοιχώματα αυτά να μπορούν να απορροφήσουν ένα μέρος αυτής της υγρασίας, ανακουφίζοντας έτσι το μελίσσι από την υπερβολική υγρασία, η δε άλλη είναι να μη μπορούν να το κάνουν αυτό, οπότε η υγρασία συμπυκνώνεται και σχηματίζει σταγονίδια υγρασίας πάνω στα τοιχώματα!

Όπως όμως είπαμε πιο πάνω, μπορούμε να πάρουμε κάποια μέτρα που απαλλάσσουν το χώρο της κυψέλης από τα υψηλά ποσοστά υγρασίας και αναφερόμαστε κυρίως στον καλό και αποτελεσματικό εξαερισμό της κυψέλης, μέσω ανοιχτών πάτων με σήτα αντιβαρρόα και ρυθμιζόμενο άνοιγμα.
Στο σημείο αυτό θεωρούμε χρήσιμο να φωτίσουμε μια πλάνη που υπάρχει ανάμεσα στους μελισσοκόμους. Οι περισσότεροι συνάδελφοι, παλιοί και νέοι, πιστεύουν πως οι μέλισσες προπολιάζοντας τα τοιχώματα της κυψέλης τα στεγανοποιούν. Αν ίσχυε αυτό, τότε πράγματι, δεν θα είχε μεγάλη σημασία από πιο υλικό είναι κατασκευασμένες οι κυψέλες, αφού έπειτα από λίγο οι μέλισσες θα το «επένδυαν» με πρόπολη και άρα θα το έκαναν στεγανό.

Αυτό όμως δεν ισχύει! Αντίθετα, σύμφωνα με έγκυρες μελέτες Γερμανών επιστημόνων, η πρόπολη όχι μόνο δεν στεγανοποιεί τα τοιχώματα της κυψέλης, αλλά αντίθετα, όταν έρχεται σε επαφή με την υγρασία, δημιουργεί «πορώδεις δεσμούς» που επιτρέπει την διείσδυση της υγρασίας και την ικανότητα των τοιχωμάτων να απορροφήσουν ακόμα μεγαλύτερη ποσότητα, αν φυσικά είναι κατασκευασμένες από υλικά που μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο, όπως είναι το ξύλο φυσικά!
Κλείνοντας και το σημερινό μας άρθρο, να υπενθυμίσουμε αυτό που έχουμε γράψει πολλές φορές.
Πρέπει να αποφεύγουμε τις συχνές, τις μη αναγκαίες και τις μεγάλης διάρκειας επιθεωρήσεις, γιατί αυτές οδηγούν σε υπέρμετρη κατανάλωση μελιού από τις μέλισσες, κάτι που έχει σαν συνέπεια την εκτόξευση του διοξειδίου του άνθρακα στα ύψη, που με τη σειρά του προκαλεί αύξηση της σχετικής υγρασίας.

Αυτό, σε συνδυασμό με την απώλεια θερμότητας, λόγω ανοίγματος του καπακιού, μπορεί να αποφέρουν πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα στη ζωή των μελισσιών μας, ιδιαίτερα όταν οι θερμοκρασίες είναι χαμηλές.
 

Επιμέλεια: Μανόλης Δερμάτης, μελισσοκόμος, συγγραφέας, ερευνητής.